Βελτίωση στην διάγνωση των διάφορων τύπων ΠΥ, βοηθώντας και στην θεράπευση

Άρθρο της ANA PAMPLONA, PHD

Νέα μελέτη προσδιορίζει αιμοδυναμικές μεταβλητές οι οποίες μας βοηθούν να διακρίνουμε τους ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ) από εκείνους με μεμονωμένη μετα-τριχοειδική πνευμονική υπέρταση (ΠΥ), μία ανακάλυψη η οποία συμβάλλει στην ακριβέστερη και αποτελεσματικότερη διάγνωση και θεραπεία των πασχόντων. Η μελέτη με τίτλο «Αιμοδυναμικά όρια για την προ-τριχοειδική πνευμονική υπέρταση» (“Hemodynamic thresholds for pre-capillary pulmonary hypertension”) δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Chest.

Η Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση (ΠΑΥ) είναι μία προοδευτική, πολυπαραγοντική ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση της μέσης πνευμονικής αρτηριακής πίεσης (≥25 mmHg) σε κατάσταση ηρεμίας όπως αυτή προκύπτει ύστερα από δεξιό καρδιακό καθετηριασμό – την κορυφαία μέθοδο διάγνωσης – και η οποία μπορεί να οδηγήσει σε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και θάνατο. Ένας από τους συχνότερους τύπους ΠΑΥ είναι η ιδιοπαθής ΠΑΥ, μία σποραδική νόσος που δεν συνδέεται ούτε με οικογενιακό ιστορικό ούτε με κάποιο συγκεκριμένο παράγοντα κινδύνου.

Διάφοροι συνδυασμοί τιμών, όπως αυτοί της πίεσης ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας, της πνευμονικής αγγειακής αντίστασης και του καρδιακού όγκου παλμού, έχουν προταθεί για να κατηγοριοποιηθεί η πνευμονική υπέρταση. Η πίεση ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας έχει χρησιμοποιηθεί για να διακριθεί η προ-τριχοειδική (πνευμονική αρτηριακή πίεση σφήνας ≤15 mmHg) από την μετά-τριχοειδική (πνευμονική αρτηριακή πίεση σφήνας >15 mmHg) πνευμονική υπέρταση.

Η ερευνητική ομάδα κατόρθωσε να εντοπίσει 38 ασθενείς με ιδιοπαθή ΠΑΥ και 1.209 με μεμονωμένη μετά-τριχοεδική ΠΥ από τους 4.363 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε διαγνωστικό δεξιό καρδιακό καθετηριασμό χρησιμοποιώντας τις τιμές της μέσης πίεσης ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας (μΠΕΠΑ) και της διαστολικής πνευμονικής αγγειακής κλίσης πίεσης (ΔΚΠ). Οι ερευνητές επιβεβαιώσαν ότι το όριο τιμής για πνευμονική αρτηριακή πίεση σφήνας είναι στα 12 mmHg, όπως αυτό είχε ήδη προταθεί σε προηγούμενες μελέτες, καθώς συντελεί στην διάκριση μεταξύ ασθενών με ΠΑΥ και ασθενών με μεμονωμένη μετά-τριχοειδική ΠΥ, εμφανίζοντας μία ευστοχία της τάξης του 99.4% και ακρίβειας της τάξης του 96.8%, με τους ασθενείς με ιδιοπαθή ΠΑΥ να εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές. Η δεύτερη πιο ακριβής παράμετρος ήταν η διαπνευμονική κλίση πίεσης με ευστοχία 96.8%, ακρίβεια 96.7%, και τιμή αναφοράς στα 22 mmHg. Η ακρίβεια των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως της πνευμονικής αγγειακής αντίστασης και της μέσης δεξιάς κολπικής πίεσης, αποδείχθηκε χαμηλότερη.

Τέσσερις τυχαιοποιημένες δοκιμαστικές μελέτες με 978 ασθενείς σε θεραπεία προστακυκλίνης κατέδειξαν ότι ασθενείς με μΠΕΠΑ χαμηλότερη των 12 mmHg είχαν σημαντική βελτίωση σε επτά αιμοδυναμικές παραμέτρους σε σχέση με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Αντιθέτως, ασθενείς με υψηλότερο μΠΕΠΑ εμφάνισαν βελτίωση μόνο στον καρδιακό όγκο παλμού αλλά και σε αυτό λιγότερο σε σχέση με τους ασθενείς με χαμηλότερο μΠΕΠΑ. Αντίστοιχα, οι ασθενείς με ΔΚΠ ανώτερο των 20 mmHg (επιλεχθέντων για να βελτιστοποιηθεί η ευστοχία) εμφάνισαν σημαντικές αιμοδυναμικές βελτιώσεις στην λήψη θεραπείας, αντίθετα με αυτούς με χαμηλότερο ΔΚΠ.

Η ερευνητική ομάδα συμπέρανε ότι ασθενείς διαγνωσμένοι με ιδιοπαθή ΠΑΥ με οριακή τιμή τα 12 mmHg στην πίεση ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας έχουν καλύτερες πιθανότητες να ανταποκριθούν θετικά σε μία θεραπεία προστακυκλίνης.

Τέλος, οι ερευνητές τόνισαν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας τους αφορούν αποκλειστικά ασθενείς σε θεραπεία προστακυκλίνης και εκκρεμεί να επικυρωθούν για άλλες θεραπείες ΠΑΥ.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο Pulmonary Hypertension News.

About Author

Spiros Klonis
administrator